• xinomavri

Η καθησυχαστική ασφάλεια των παρηκμασμένων κωμοπόλεων

Updated: May 28, 2020

Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό και μέχρι τη στιγμή που έφυγα, αισθανόμουν σαν τον αθλητή που αναμένει τον πυροβολισμό εκκίνησης, για να ξεχυθώ μακριά και να κατακτήσω, ότι άντεχα και ότι προλάβαινα. Δεν κατάφερα ποτέ να μάθω το συντακτικό της φύσης. Προσπάθησα μάταια, δεκαετίες αργότερα, να συλλαβίσω τα βασικά, αλλά ήταν αργά για να γοητευτώ.

Μετά από τόσα χρόνια, επισφαλών κατακτήσεων, συνεχίζω και λατρεύω τις πόλεις, τα κέντρα τους, την ψευδαίσθηση των ατελείωτων δυνατοτήτων τους, ακόμη και όταν εσωτερικοί, και όχι μόνο εγκλωβισμοί, με κάνουν να απολαμβάνω ψιχία. Θέλω να είμαι εκεί, στον ανεμοστρόβιλο, τελεσιδίκως.


Με τα χρόνια όμως, έχω αρχίσει και αναπτύσσω μια αγάπη για τη καθησυχαστική ασφάλεια των παρηκμασμένων κωμοπόλεων.

Σαν να βλέπω παλιό μελό σήριαλ, και με παίρνει γλυκά ο ύπνος, ξέροντας το τέλος. Η πρωταγωνίστρια καταλαβαίνει το λάθος της, ο κακός την πληρώνει ελαφρώς, ο ισχυρός κατανοεί τη ματαιότητα της δύναμης.

Όταν με φέρνει ο άνεμος σε καμιά κωμόπολη, προσπαθώ να μπω λίγο το ρυθμό της. Διαβάζω στα καφενεία την τοπική εφημερίδα, η οποία πάντα είναι σαν ημιθανές ζόμπι. Βλέπω τα τοπικά κανάλια. Αν πετύχω καλημέλωδο ψάλτη, φτάνω μέχρι και αρχιερατικούς εσπερινούς. Ο Ναός της Αναλήψεως Πατρών, αναδεικνύεται νικητής μέχρι τώρα.

Κόβω βόλτες και φαντάζομαι ιστορίες για τα πληγωτικά εγκαταλελειμμένα αρχοντικά. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ιδιοκτησιακές έριδες ή εύρωστοι απόγονοι, αντέχουν να αγνοούν επιδεικτικά την προγονική περιουσία. Ψάχνω καμιά κλειδαρότρυπα για να εντοπίσω τα καινούρια σόγια. Και φυσικά με μια διστακτική, έως φοβική, βουλιμία προσπαθώ να ανιχνεύσω γευστικά τον τόπο.

Οι πρώτες μέρες μετά την καραντίνα με βρήκαν σε μια τέτοια κωμόπολη. Η κεντρική οδός, Ξενοφώντος, συμπύκνωνε όλα τα γοητευτικά κλισέ. Ξεφτισμένα νεοκλασικά, με κορυφαίο ένα αυθεντικό του Τσίλερ, βιτρίνες με γυμνές κούκλες, οικογένειες γιατρών και συμβολαιογράφων, πολιτικοί μηχανικοί που εκτελούν χρέη μελετητών. Και πολλά φαρμακεία. Όλοι στον ίδιο δρόμο.

Τα δυο καινούρια, απαστράπτοντα all day bar της αρχετυπικής πλατείας, είναι σαν να βρίσκονται στην Πλατεία της Αγίας Ειρήνης. Μ’ αρέσει. Σαν να βγάζει η περιφέρεια τη γλώσσα της στο κέντρο. Όχι εκ προθέσεως, παρεμπιπτόντως. Η καινούρια ψησταριά θα μπορούσε αύριο το πρωί να φυτευτεί στην Πλατεία Προσκόπων. Θα έκανε θραύση. Το ένα μαγαζί σερβίρει και κοτόπουλο cordon bleu, κάτω από το βαθύσκιωτο πλατάνι. Ο bartender, hipster κανονικός.

Παίζουν όλοι κρυφτούλι πίσω από τις μάσκες. Τα γάντια τα υιοθέτησαν με ευκολία. Εμφιαλώνουν κρασιά με την επωνυμία τους, από μικρούς παραγωγούς της γειτονιάς. Κοντοσούβλια μπερδεύονται γλυκά με ριζότα, πανακότες πάνε κι έρχονται. Οι καφέδες εξαιρετικοί παντού, τα κοκτέιλ το ίδιο. Τα τσάγια υπολείπονται, όπως και στο κέντρο, άλωστε. Ήπιαμε, φάγαμε και περάσαμε ώρες στους γειτονικούς αρχαιολογικούς χώρους. Υπήρχε από πάνω μας μια σκιά, μιας επισφαλούς κανονικότητας, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατραπεί, αλλά η καθησυχαστική αίσθηση του τόπου το απόδιωχνε.

Έριξε και μία γερή μπόρα, χωριάτικη, απολαυστική.

Κοιμήθηκα ήσυχα. Σαν να είχε έρθει ο Γρηγόρης Βαλτινός και μου αφράτευε το μαξιλάρι, για να μην πιαστεί το σβέρκο μου.



1 comment

Recent Posts

See All